ΜΑΡΑΜΠΟΥ
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.
Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.
Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της 'Αλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της 'Aμμου.
Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».
Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...
Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...
Νίκος Καββαδίας (1910-1975)
Όσο ζεί απλά υπάρχει, περιμένει τα πάντα και τίποτα, διασκεδάζει με τα πάντα και δεν εκπλήσσεται με τίποτα... Προσοχή! Το παρόν blog στερείται πρωτοτυπίας. Εισέρχεστε με δική σας ευθύνη...
Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010
Πρέβεζα, Κώστας Καρυωτάκης
ΠΡΕΒΕΖΑ
θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης
θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης
O, my love is like a red, red rose, That is newly sprung in June...
A Red, Red Rose, Robert Burns
O, my love is like a red, red rose,
That is newly sprung in June.
O, my love is like the melody,
That is sweetly played in tune.
As fair are you, my lovely lass,
So deep in love am I,
And I will love you still, my Dear,
Till all the seas go dry.
Till all the seas go dry, my Dear,
And the rocks melt with the sun!
O I will love you still, my Dear,
While the sands of life shall run.
And fare you well, my only Love,
And fare you well a while!
And I will come again, my Love,
Although it were ten thousand mile!
O, my love is like a red, red rose,
That is newly sprung in June.
O, my love is like the melody,
That is sweetly played in tune.
As fair are you, my lovely lass,
So deep in love am I,
And I will love you still, my Dear,
Till all the seas go dry.
Till all the seas go dry, my Dear,
And the rocks melt with the sun!
O I will love you still, my Dear,
While the sands of life shall run.
And fare you well, my only Love,
And fare you well a while!
And I will come again, my Love,
Although it were ten thousand mile!
Ηταν ἀστέρια ποὺ μοῦ εἶχαν ρίξει λίγο φῶς, κι᾿ αὐτὸ διαβατικά...
[ΚΑΙ ΣΤΑΘΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ...], Μαρία Πολυδούρη
...........................................................................
Καὶ στάθηκα μπροστὰ σὲ δυὸ μάτια μὲ δίχως ταίρια,
ὡραῖα σὰ λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά,
ποὺ μοῦ μηνοῦσαν τὴν αὐγή, μὰ ὠιμένα ἦταν ἀστέρια
ποὺ μοῦ εἶχαν ρίξει λίγο φῶς, κι᾿ αὐτὸ διαβατικά...
...........................................................................
Καὶ στάθηκα μπροστὰ σὲ δυὸ μάτια μὲ δίχως ταίρια,
ὡραῖα σὰ λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά,
ποὺ μοῦ μηνοῦσαν τὴν αὐγή, μὰ ὠιμένα ἦταν ἀστέρια
ποὺ μοῦ εἶχαν ρίξει λίγο φῶς, κι᾿ αὐτὸ διαβατικά...
...Που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα...
ΕΣΠΕΡΑ , Κώστας Καρυωτάκης
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα)...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα)...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα...
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα...
Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να'ρθεις...Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα...Πάρε απαλά τον οίκτο σου να φτάσεις...
ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ, Kώστας Καρυωτάκης
Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρθεις.
Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.
Στον κήπο μου αρρώστησεν ο Μάρτης,
και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου...
Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα.
Όλα θε να σ' αρέσουν· έχω κόψει
το ρόδο, στο παράθυρο, που εγέλα
την αυστηρή μου βλέποντας την όψη...
Πάρε απαλά τον οίκτο σου, να φτάσεις,
και πάρε του καημού σου τη γαλήνη.
Στα μάτια μου το χέρι θα περάσεις,
το βραδινό μου δέος για ν' απαλύνει...
Τα καλύτερα ποιήματα είναι αυτά που δεν εννοούν, αλλά αυτα που είναι γραμμένα απλά και μόνο για να πούν...
Κι ὅταν φτάσῃ ἡ ἄνοιξη, Κων/νος Χατζόπουλος
Κι ὅταν φτάσῃ ἡ ἄνοιξη
κι ἔρθουν τὰ πουλιὰ
καὶ γυρίσουν τ᾿ ἄνθη,
σὰν ἕναν καιρὸ
θὰ σὲ περιμένω...
Κι ὅταν ἔρθῃ πάλι
καὶ τὸ καλοκαίρι
μὲ τὸ μαϊστράλι,
σὰν ἕναν καιρὸ
θὰ σὲ περιμένω...
Μὰ ὅταν τὸ φθινόπωρο
ξαναφτάσῃ ὑγρὸ
καὶ συννεφιασμένο,
θἄρθω νὰ σὲ βρῶ
δὲ θὰ περιμένω!...
Κι ὅταν φτάσῃ ἡ ἄνοιξη
κι ἔρθουν τὰ πουλιὰ
καὶ γυρίσουν τ᾿ ἄνθη,
σὰν ἕναν καιρὸ
θὰ σὲ περιμένω...
Κι ὅταν ἔρθῃ πάλι
καὶ τὸ καλοκαίρι
μὲ τὸ μαϊστράλι,
σὰν ἕναν καιρὸ
θὰ σὲ περιμένω...
Μὰ ὅταν τὸ φθινόπωρο
ξαναφτάσῃ ὑγρὸ
καὶ συννεφιασμένο,
θἄρθω νὰ σὲ βρῶ
δὲ θὰ περιμένω!...
Τι μου έχουν πάρει μες απ' την ψυχή? Τι μου έχουν πάρει...
Δὲ γυρεύω ξένο, Κων/νος Χατζόπουλος
Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει...
Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ
καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια...
Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς
κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,-
ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι...
Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ
δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει...
Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει...
Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ
καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια...
Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς
κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,-
ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι...
Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ
δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει...
Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010
Τρίτη 6 Ιουλίου 2010
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
Τόσο παλιό και τόσο επίκαιρο...Για την Ελλάδα (μας ?!?).
Αρχή σοφίας, Κώστας Βάρναλης
<<Φρόνιμα και ταχτικά,
πάω μ' εκείνον που νικά!>>
Ο ΕΝΑΣ
Λίγη δροσιά ουρανέ μου,
και χάιδεμα του ανέμου
κελάηδημα πουλιού,
ξανάνιωμα Απριλιού!
Ανάσα, ανάσα λίγη,
Χρόνια η θηλιά μας πνίγει,
Λίγη χαρά σ' αυτά,
τα σκοτεινά γραφτά.
Σου πήρανε λαέ μου,
το δίκιο του πολέμου,
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι και ντόπιοι αλήτες!
Ο ΑΛΛΟΣ
Αν θέλεις να χαρείς
τη λευτεριά νωρίς,
Γίνε πρόδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπή δεν είναι!
Θα 'ναι μαζί σου οι νόμοι,
και η πληρωμένη γνώμη!
Πέτα την ανθρωπιά σου,
κι απ' τον αφέντη πιάσου!
Κι άμα σε φτύνει αυτός,
να κάθεσαι σκυφτός!
Και θα 'χεις τα πρωτεία,
στη σάπια πολιτεία...
Ο ΛΑΟΣ
Έξω του αφέντη αρμάδα,
φυλάει με μπούκα ορθή,
το λείψανό σου Ελλάδα,
μην ξάφνου αναστηθεί...
<<Φρόνιμα και ταχτικά,
πάω μ' εκείνον που νικά!>>
Ο ΕΝΑΣ
Λίγη δροσιά ουρανέ μου,
και χάιδεμα του ανέμου
κελάηδημα πουλιού,
ξανάνιωμα Απριλιού!
Ανάσα, ανάσα λίγη,
Χρόνια η θηλιά μας πνίγει,
Λίγη χαρά σ' αυτά,
τα σκοτεινά γραφτά.
Σου πήρανε λαέ μου,
το δίκιο του πολέμου,
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι και ντόπιοι αλήτες!
Ο ΑΛΛΟΣ
Αν θέλεις να χαρείς
τη λευτεριά νωρίς,
Γίνε πρόδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπή δεν είναι!
Θα 'ναι μαζί σου οι νόμοι,
και η πληρωμένη γνώμη!
Πέτα την ανθρωπιά σου,
κι απ' τον αφέντη πιάσου!
Κι άμα σε φτύνει αυτός,
να κάθεσαι σκυφτός!
Και θα 'χεις τα πρωτεία,
στη σάπια πολιτεία...
Ο ΛΑΟΣ
Έξω του αφέντη αρμάδα,
φυλάει με μπούκα ορθή,
το λείψανό σου Ελλάδα,
μην ξάφνου αναστηθεί...
Τίποτ' άλλο..
Νυχτερινό, Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα - τίποτ' άλλο.
Μία φωνή γρκιέται μες στο σάλο,
και που σε λίγο παύει - τίποτ' άλλο.
Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο,
του καραβιού που φεύγει - τίποτ' άλλο.
Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,
στα βάθη του μυαλού μου - τίποτ' άλλο...
Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα - τίποτ' άλλο.
Μία φωνή γρκιέται μες στο σάλο,
και που σε λίγο παύει - τίποτ' άλλο.
Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο,
του καραβιού που φεύγει - τίποτ' άλλο.
Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,
στα βάθη του μυαλού μου - τίποτ' άλλο...
Σάββατο 3 Ιουλίου 2010
Ξάστριξη
Kαι ξεκαλάροντας τ' αστρέλι στ' ασπροδείλι
στανώντας ρανισμένοι και λεσμοί,
τροχαίνω αβρυχιασμένη το μυτρίλι,
σαν ατροφίλι κρεμονούσι οι αντριεσμοί!
Βλήκα τρεπό ν' ανακρεβάξω κράλα ως κράλα,
στρεφή ως το φρεγασμένο τ' ουρπανά,
μεκρή, ακρενής, τρεμαλεσμένη στη φραχτάλα,
βλέφα, αραχτιασμένη κρεβανα...
Και μένιζε το πλέχτινο κριπέδι,
ρεταλινό, σαν από γρίμιδο χτενό,
άβγενο και το λάχτινο δριφέδι,
ζόφτερο, θραμιβέδινο, φωστρό...
Ωλίμενοι και ψέλινοι οι γκρεμέδες,
βράχαλοι, λακομέδινοι φτενούν,
σεμά και οι μεριμνέλενοι φτεμέδες,
ξυρνούν, ραπαταμάνε, νικηγούν...
Ράκιξε λαμινένιο βαλιρέμι,
Σάφιξε στραλισμένε ρεμινέ!
Φράγγιξα απ' το πρέτινο πλαστρέμι,
Γλάστρεψα απ' τη ράμανη αχρενέ!
στανώντας ρανισμένοι και λεσμοί,
τροχαίνω αβρυχιασμένη το μυτρίλι,
σαν ατροφίλι κρεμονούσι οι αντριεσμοί!
Βλήκα τρεπό ν' ανακρεβάξω κράλα ως κράλα,
στρεφή ως το φρεγασμένο τ' ουρπανά,
μεκρή, ακρενής, τρεμαλεσμένη στη φραχτάλα,
βλέφα, αραχτιασμένη κρεβανα...
Και μένιζε το πλέχτινο κριπέδι,
ρεταλινό, σαν από γρίμιδο χτενό,
άβγενο και το λάχτινο δριφέδι,
ζόφτερο, θραμιβέδινο, φωστρό...
Ωλίμενοι και ψέλινοι οι γκρεμέδες,
βράχαλοι, λακομέδινοι φτενούν,
σεμά και οι μεριμνέλενοι φτεμέδες,
ξυρνούν, ραπαταμάνε, νικηγούν...
Ράκιξε λαμινένιο βαλιρέμι,
Σάφιξε στραλισμένε ρεμινέ!
Φράγγιξα απ' το πρέτινο πλαστρέμι,
Γλάστρεψα απ' τη ράμανη αχρενέ!
Καλύτερα λοιπόν να μην ξεχνάς. Θυμάσαι άρα ζεις...
Λήθη, Λορέντζος Μαβίλης
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.
Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.
Μάλλον στο ποίημα το έχω βάλει λάθος ετικέτα... Τίποτα δε θέλει να πεί ο ποιητής. Τίποτα περ' απ' αυτό που λέει...
Μούχρωμα, Λορέντζος Μαβίλης
Φυσάει τ’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλέβει·
στες καρδιές και στην πλάση βασιλέβει
Ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα,
Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντέβει,
την αιώνια γαλήνη, και αγναντέβει
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα
αξέχαστη· ξανθές κρινοτραχήλες
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα
μάτια υγρά και φιλιά και ανατριχίλες
και δάκρυα· πλάνα δώρα ζηλεμένα
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λυώνει.-
Φυσάει τ’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλέβει·
στες καρδιές και στην πλάση βασιλέβει
Ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα,
Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντέβει,
την αιώνια γαλήνη, και αγναντέβει
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα
αξέχαστη· ξανθές κρινοτραχήλες
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα
μάτια υγρά και φιλιά και ανατριχίλες
και δάκρυα· πλάνα δώρα ζηλεμένα
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λυώνει.-
Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010
Κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός...
Πίσω απ' το φως της μουσικής που ταξιδεύεις
είσαι ολόκληρη αργεντίνικο ταγκό
Και μήτε στ' όνειρό σου πια δε με γυρεύεις
όπως παλιά μ' ένα σκοπό χερουβικό
Μες τα νεκρά τα καφενεία ρίχνει χιόνι
κι εγώ πενθώ την ερημιά ενός φιλιού
που σαν το ρούχο η αγάπη μας παλιώνει
κι είναι σαν ήχος χαλασμένου πιστολιού
Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος
Και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός
άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος
κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός...
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)